Σερενάτα Ξύπνησε, περδικόστηθη και περιστερομάτα, τ’ αστέρια ανάθεμά τα τα κρύβει η συννεφιά. Κρέμασε στο παράθυρο τη μεταξένια σκάλα, δέσε την στα μεγάλα και στ’ αργυρά καρφιά. Το λάφι σου ονειρεύεται και τ’ άσπρο σου γεράκι παίζει με τ’ αγεράκι στο ρέμα η καλαμιά. Στον πύργο αποκοιμήθηκαν οι σκλάβες σου κι οι σκλάβοι, δε θα μας καταλάβει κανένας και καμιά. Ρίξε τη μεταξόσκαλα νά `ρθω στην αγκαλιά σου, μες στη μοσχοβολιά σου, κρίνε καμαρωτέ. Να `ρθω να γείρω ολόχαρος στη μαλακή σου στρώση, αχ! Κι ας μην ξημερώσει ποτέ, ποτέ, ποτέ! Ιωάννης Πολέμης
Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020
71 - Ιωάννης Πολέμης
Σερενάτα Ξύπνησε, περδικόστηθη και περιστερομάτα, τ’ αστέρια ανάθεμά τα τα κρύβει η συννεφιά. Κρέμασε στο παράθυρο τη μεταξένια σκάλα, δέσε την στα μεγάλα και στ’ αργυρά καρφιά. Το λάφι σου ονειρεύεται και τ’ άσπρο σου γεράκι παίζει με τ’ αγεράκι στο ρέμα η καλαμιά. Στον πύργο αποκοιμήθηκαν οι σκλάβες σου κι οι σκλάβοι, δε θα μας καταλάβει κανένας και καμιά. Ρίξε τη μεταξόσκαλα νά `ρθω στην αγκαλιά σου, μες στη μοσχοβολιά σου, κρίνε καμαρωτέ. Να `ρθω να γείρω ολόχαρος στη μαλακή σου στρώση, αχ! Κι ας μην ξημερώσει ποτέ, ποτέ, ποτέ! Ιωάννης Πολέμης
Ο τυφλός προ του σταυρού Ιωάννης Πολέμης (1863 - 1924) με υπότιτλους
Ο τυφλός προ του Σταυρού(Ιωάννη Πολέμη) Τὶ εἶν' ἡ βοὴ στὸ Γολγοθᾶ ποὺ κόσμος τρέχει ἀπάνω; -Πηγαίνουν νὰ σταυρώσουν δυὸ μαζί μὲ κάποιον πλᾶνο. -Ποιοὶ νἆν οἱ δυὸ, ποὺ ἐκδικητής ὁ χάρος τοὺς προσμένει; -Κλέφτες, φονιάδες, ἄρπαγες, κακούργοι ξακουσμένοι. -Καὶ ποιὸς ὁ πλᾶνος ποὺ κὶ αὐτὸς θὰ σταυρωθῇ μαζὶ τους; -Τοὺς Φαρισαίους ρώτησε, εἰναι δουλειὰ δικὴ τους! -Θὰ πάω νὰ δῶ... Εἶπα νὰ δῶ κὶ ἦρθαν στὸ νοῦ μου πάλι. Τὰ χρόνια ποὺ ἤμουνα τυφλός. Τυφλός! Ἐσεῖς οἱ ἄλλοι δὲν ξέρετε πόσο ἡ ψυχή μέσα στὰ στήθη εἶν' ἄδεια, ὅταν μὲ μάτια ὁρθάνοιχτα βαδίζει στὰ σκοτάδια! Πῶς τὴ θυμοῦμαι τὴ στιγμή ποὺ ἐστάθη αὐτός μπροστὰ μου καὶ μ' εὐσπλαχνίσθη, κὶ ἔσκυψε, πῆρε πηλὸ απὸ χάμου κὶ ἀλείφοντας τὰ μάτια μου μὲ τὸν πηλό ἐκείνο, μοῦ εἶπε νὰ πάω στοὺ Σιλωάμ τὴ στέρνα να τα πλύνω! Ὅταν τὸν πρωτοακτίκρυσα τὸν Φωτοδότη ἐμπρὸς μου, στὴν ὄψη του εἴδα ὅλες μαζὶ τὶς ὀμορφιὲς τοῦ κόσμου. Μοσχοβολοῦσε κὶ ἔλαμπε τὸ κάθε κίνημά του... Φῶς καὶ τὰ χεἰλη, κὶ ἡ φωνή, τὰ μάτια κὶ ἡ ματιά του. Στὰ χείλη του ἡ παρηγοριά, στὰ μάτια του ἡ ἐλπίδα... Ἔστρεψα τότε ὁλόγυρα τὰ δυὸ μου μάτια κὶ εἴδα κάθε ποὺ ζεῖ καὶ ποὺ δὲν ζεῖ, κὶ εἴδα παντοῦ γραμμένη τὴν ὄψη του, λὲς κὶ ἤτανε καθρέπτης του ἡ οἰκουμένη. Φῶς ἡ ζωή, χαρὰ τὸ φῶς! Ἀς πάω νὰ δῶ τὸν πλᾶνο ποὺ θὰ καρφώσουν στὸ Σταυρό. Κατὰ τὸ λόφο ἐπάνω κόσμος, περιγελάσματα κὶ ὀχλοβοή κὶ ἀντάρα χίλιες φωνές σὰν μιὰ φωνή κὶ ὅλες σὰν μιὰ κατάρα. Ποῦ πάει; Σπρώχνει καὶ σπρώχνεται καὶ πνίγεται καὶ πνίγει, καὶ σταματᾶ προσμένοντας. Παράμερα ξανοίγει τρεῖς μαυροφόρες μοὺ κρατοῦν μιὰ λιγοθυμισμένη. Θὲ νἆναι μάνα ἡ δὐστυχη! Ξάφνω, μὲ μιὰς σωπαίνει τὸ πλῆθος ποὺ ἀνταριάζονταν. -Γκάπ! Γκούπ! Καρφώνουν, κρότοι πνιγμένοι μὲς στὰ βογγητά! Ὑψώνονται οἱ δυὸ πρῶτοι σταυροί· κανεῖς δὲν στρέφεται. Γκάπ! Γκούπ! Ξανακαρφώνουν μὰ βόγγος δὲν ἀκούγεται. Νὰ, καὶ τὸν τρίτον ὑψώνουν Πῶς; Σὺ ποὺ μοῦδωσες τὸ φῶς, ἐσένα πλᾶνο λένε; Κὶ ἦταν γραφτό τὰ μάτια μου νὰ βλέπουν γιὰ νὰ κλαῖνε; Τὶ νὰ τὰ κἀνω καὶ τῆς γῆς καὶ τ' οὐρανοῦ τὰ κάλλη; Πάρε τὸ φῶς ποὺ μοῦ 'δωσες καὶ τύφλωσέ με πάλι!'
ΠΕΣ ΜΟΥ - TELL ME - Rodios & Polemis
Πές μου, τί ἔχω στην καρδιὰ ὅταν σὲ δῶ σιμά μου; Πές μου, τί λὲν τὰ μάτια σου, στὰ μάτια τὰ δικά μου; Πές μου, γιατί μερόνυκτα θυμοῦμαι μόνη έσένα; Πές μου, γιατί νὰ σὲ κοιτῶ μὲ μάτια βουρκωμένα ; Πές μου, γιατί σὰν μοῦ μιλεῖς, πές μου γιατί νὰ λαχταρῶ; Πές μου, γιατί χωρὶς ἐσὲ νὰ ζήσω πλέον δὲν μπορῶ; (ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ: «ΧΕΙΜΩΝΑΝΘΟΙ)
Η ΘΑΛΑΣΣΑ - The Sea - D. Rodios & Ioannis Polemis
Η ΘΑΛΑΣΣΑ (ποίηση Ιωάννη Πολέμη 1862-1924) Ἔχει καημὸ ἡ θάλασσα καὶ τοῦ καημοῦ τὸ δάκρυ εἶν’ ὁ ἀφρὸς ποὺ χύνεται μὲς στοῦ γιαλοῦ τὴν ἄκρη. Ἀναστενάζ᾿ ἡ θάλασσα κι ἀναστενάγματά της εἶν’ ἡ βοὴ ποὺ κάνουνε τὰ τόσα κύματά της. Παραπονιάρα θάλασσα, ὅποιος πονεῖ καὶ κράζει παρηγοριέται σὰν ἐσὲ κι ὁ πόνος του ξεσπάζει... Ξέρω μιὰ δύστυχη καρδιά, ποὺ μοναχή της κλαίει, καὶ λειώνει μὲς στὸν πόνο της καὶ τίποτε δὲν λέει.
"Παραμύθι" - Ιωάννης Πολέμης
"Παραμύθι" - Ιωάννης Πολέμης Άγρυπνοι λυσσούν οι ανέμοι πήγε κούρνιασε τ' ορνίθι και κλωθογυρνά η ανέμη κι αρχινά το παραμύθι Ένας αγαπούσε μια τι να κάνει, τι να γίνει; άλλην είχε πεθυμιά άλλον αγαπούσε κείνη Για να μην πολυλογώ στης ζωής κι αυτή τα δάση κυνηγούσ’ ένα λαγό που δεν μπόρεσε να πιάσει Πάνε χρόνοι απανωτοί κι απ’ τη λύπη κι απ’ το κλάμα πέθαναν κι αυτός κι αυτή και τους έθαψαν αντάμα Άγρυπνοι λυσσούν οι ανέμοι πήγε κούρνιασε τ' ορνίθι ξεκουράζεται η ανέμη τέλειωσε το παραμύθι
"Χαμένα χρόνια" - Ιωάννης Πολέμης
"Χαμένα χρόνια" - Ιωάννης Πολέμης Ἄχ, καὶ νὰ γύριζαν, νά᾿ ρχονταν πίσω τὰ χρόνια ποὺ ἔζησα πρὶν σ᾿ ἀγαπήσω! Χρόνια ἀμνημόνευτα σὰ νά ῾ταν ξένα τὰ χρόνια ποὺ ἔζησα χωρὶς ἐσένα. Ποτάμι ποὺ ἔτρεξε μὲς σὲ λιθάρια καὶ δὲν ἐπότισε μηδὲ χορτάρια, κι᾿ ἡ γῆ τὸ ρούφηξε στ᾿ ἄφωτα βάθη κι᾿ ὡς καὶ τ᾿ ἀχνάρι του γιὰ πάντα ἐχάθη. Ἄχ, καὶ νὰ γύριζαν νὰ διπλοζήσω, ἀγάπη ἀδιάκοπη νὰ σοῦ χαρίσω, καὶ νά ῾σαι ἡ πρώτη μου, ἐσὺ ἡ στερνή μου, ἀπὸ τὴ γέννα μου κι᾿ ὡς τὴ θανή μου. Μισὴ σοῦ χάρισα ζωὴ μονάχα. Ζωὲς ἀμέτρητες ἤθελα νά ῾χα, ἔτσι ὅπως πρέπει σου νὰ σ᾿ ἀγαπήσω. Ἄχ, καὶ νὰ γύριζαν τὰ χρόνια πίσω!
Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020
Κυριακή 8 Μαρτίου 2020
Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020
Τρίτη 3 Μαρτίου 2020
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)